Μετάβαση στο περιεχόμενο

Μοναστήριον

Ασό Βικιπαίδεια
Το Μοναστήρ’ σο Σαραμπάι (Χιματσάλ Πραντές).

Το μοναστήριον γιά μοναστήρ’ έν' έναν κτίριον γιά έναν σύνολον ασά κτίρια, όπου ζούνε και δουλεύκνε καλόγεροι (μοναχοί) γιά τα καλόγριας (μοναχές). Ατοί εμπορεί να ζούνε όλοι μαζί (κοινόβιον) γιά μοναχέσα ατούνς (ερημίτες). Έναν μοναστήρ' έχει πάντα έναν τόπον για προσευχήν, ντο εμπορεί να έν' παρεκκλήσ', εκκλησία γιά ναός. Ανάμεσα σα κοινόβια, έναν μοναστήρ' εμπορεί να έν' έναν μικρόν κτίριον με έναν γέροντα και δύο-τρία νέα παιδία, αλλά εμπορεί να έν' και ολόκληρον πολιτεία με κτήματα, όπου ζούνε δεκάδες γιά εκατοντάδες καλόγεροι.

Έναν μεγάλον μοναστήρ' έχει πολλά κτίρια, όπως εκκλησία (καθολικόν), κοιτώνες (κελία), αυλή, τράπεζα (εκεί ντο τρώγνε), βιβλιοθήκη, λουτρά και νοσοκομείο. Ανάλογα με το μέρος, το τάγμα και την δουλειάν ντο κάννε οι μοναχοί, το μοναστήρ’ εμπορεί να έχει και άλλα κτίρια για να ζει αυτόνομα και να βοηθεί τον κόσμον. Τέτοια έν' οι ξενώνες, τα σχολεία, και διάφορα αγροτικά κτίρια, όπως τα αποθήκας, σιδηρουργεία γιά εργαστήρια για ποτά (ζυθοποιεία).

Σα ευρωπαϊκάς τα γλώσσας, όπως τα αγγλικά, η λέξη «μοναστήριον» (monastery) εχρησιμοποιούταν στην αρχήν μοναχά για τους άντρες τους μοναχούς. Σήμερα, για τα γυναικεία τα μοναστήρια έχουν ξεχωριστήν λέξην, το «κονβέντο» (convent), κυρίως αν τα καλόγριας μαθαίνουνε γράμματα σα παιδία γιά γιατρεύκνε αρρώστους. Παλαιότερα, η λέξη ατέ εσήμαινεν το σπίτ' τη μοναχών (friars). Η κάθε θρησκεία εμπορεί να μεταχειρίζεται ατάς τα λέξεις με τον δικόν ατ'ς τον ξεχωριστόν τον τρόπον.

Συνδέζμ' σα εξ μερέαν

[άλλαξον | επεξεργασία κώδικα]
  • Πολυμέσα σχετικώς με το ζήτημαν Monasteries σο Wikimedia Commons